Ιστορικά στοιχεία για τη Γέφυρα

Μακεδονικός τάφος ανατολικά της ΓέφυραςΙστορικά στοιχεία για τη Γέφυρα

1. Ιστορία της περιοχής

Στα νοτιοανατολικά του σύγχρονου οικισμού βρίσκεται ο τεχνητός προϊστορικός γήλοφος τύπου 'τράπεζας', όπου έχουν βρεθεί πολλά νομίσματα και στοιχεία αρχαίου οικισμού. Ο τραπεζοειδής γήλοφος, οι τρεις σημαντικοί ταφικοί τύμβοι της περιοχής και οι παρακείμενοι 30 τάφοι που χρονολογούνται από τον 6ο π.Χ. ως τον 2ο π.Χ αιώνα μαρτυρούν την ύπαρξη ενός παραθαλάσσιου -τότε- οικισμού με υψηλό πολιτιστικό επίπεδο και εμπορικές σχέσεις με τη νότια Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου. Ο καθηγητής της κλασσικής αρχαιολογίας Μιχάλης Τιβέριος και η αρχαιολόγος Μαρία Τσιμπίδου-Αυλωνίτη συνεκτιμούν ότι η αρχαία Χαλάστρα, μια από τις σημαντικότερες κωμοπόλεις της περιοχής, βρισκόταν πιθανότατα στην περιοχή γύρω από "τη μεγάλη τράπεζα του Τοψίν". 

Στην περιοχή αναφέρεται επίσης η ύπαρξη της πολίχνης "Γέφυρα", από την οποία πήρε πιθανότατα το όνομα της η σύγχρονη κωμόπολη. Η πολίχνη αυτή αναφέρεται στο "Ιεροσολυμιτικό οδοιπορικό" (Itinerarium Burdigalense), το διασημότερο Χριστιανικό οδοιπορικό όπου ο ανώνυμος ταξιδευτής περιγράφει το ταξίδι του από το Μπορντώ της Γαλλίας στην Παλαιστίνη, το 333-334 μ.Χ.. Η "Gephira" αναφέρεται κατά την επιστροφή του ταξιδιώτη, μεταξύ Θεσσαλονίκης - Πέλλας:

ciuitas thessalonica milia xiii
mutatio ad decimum milia x
mutatio gephira milia x
ciuitas polli, unde fuit alexander, magnus macedo milia x.

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να μαρτυρούν την ύπαρξη οικισμού στην περιοχή, κατά την Βυζαντινή περίοδο. Η πρώτη μαρτυρία για τον οικισμό Τοψίν αναφέρεται στα μέσα του 15ου αιώνα, σε τούρκικο τεφτέρι. Παλιά ξύλινη Γέφυρα Αξιού ποταμού

Τον Οκτώβριο του 1912 εγκαταστάθηκε στην πρώην βίλα Μοδιάνο (σήμερα: Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων) το αρχηγείο του Ελληνικού στρατού και εδώ συμφωνήθηκε η άνευ όρων παράδοση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους στους Έλληνες, στις 26 Οκτωβρίου 1912.

Η σύγχρονη Γέφυρα δημιουργείται μετά το 1926, με την έλευση των προσφύγων από τις Μέτρες και τη Σωζούπολη. Από τις Μέτρες της Ανατολικής Θράκης  εγκαταστάθηκαν 211 οικογένειες (Μετρινοί). Από τη Σωζόπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας εγκαταστάθηκαν 231 οικογένειες (Ζωπολίτες). Στο νότιο τμήμα του χωριού βρίσκεται η Κάτω Γέφυρα (ο παλαιός οικισμός Τοψίν) με γηγενή κυρίως πληθυσμό (Εντόπιοι).

 

2. Οι Μέτρες της Ανατολικής Θράκης

 Φωτάκειος σχολή - ΤσατάλτζαΗ κωμόπολη Μέτρες ή Τσατάλτζα, από την οποία κατάγονταν οι Μετρινοί, βρίσκεται δυτικά της Κωνσταντινούπολης. Οι Μέτρες ανήκαν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μέχρι το 1371 οπότε περιήλθαν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Πριν φύγουν οι Μετρινοί από την πατρίδα τους, στις Μέτρες κατοικούσαν 275 Ελληνικές οικογένειες και 250 Τούρκικες. Οι Μετρινοί Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι ανήκαν στη Ιερά Μητρόπολη Μετρών και Αθύρων με έδρα τις Μέτρες, που υπαγόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Στην κωμόπολη υπήρχε η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.Τσατάλτζα (Μέτρες)

Στις Μέτρες γινόταν μεγάλο πανηγύρι τη Δευτέρα του Αποστόλου Θωμά οπότε γιορταζόταν η τοπική γιορτή της Παναγίας Ρευματοκρατούσας, της οποίας το αγίασμα βρισκόταν πολύ κοντά στη κωμόπολη μέσα σ΄ ένα μικρό σπήλαιο ανάμεσα σε δυο βουνά. Μετά τη θεία λειτουργία οι κάτοικοι πήγαιναν στο σπήλαιο και έκαναν αγιασμό. Στη άκρη της κωμόπολης στη θέση Χωματερή γίνονταν αγώνες δρόμου, πάλης και ιππικοί. Αυτά τα έθιμα οι Μετρινοί τα μετέφεραν στη νέα τους πατρίδα, τη Γέφυρα. Στις Μέτρες υπήρχαν σχολεία όπως η ΄Φωτάκειος Σχολή΄ το ΄Αρρεναγωγείον΄ και ΄Παρθεναγωγείον΄.

Οι Μετρινοί ασχολούνταν με διάφορα επαγγέλματα (μυλωνάδες, πεταλωτήδες, μπακάληδες, ραφτάδες και άλλα). Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης (24-7-1923) περί ανταλλαγής των ελληνοτουρκικών πληθυσμών οι Μετρινοί αναχωρούν από την πατρίδα τους το 1924, για να βρουν πλέον καλύτερη τύχη στην Ελλάδα. Έτσι αναχωρούν από το σιδηροδρομικό σταθμό της Τσατάλτζας και φθάνουν στην Αλεξανδρούπολη. Από εκεί μεταφέρονται με πλοίο στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης όπου εγκαθίστανται προσωρινά σε σκηνές, έχοντας πρώτα περάσει από υποχρεωτική απολύμανση. Μετά από ένα μήνα στις σκηνές μεταφέρονται στο Τοψίν όπου μένουν πάλι σε σκηνές και αργότερα στους λεγόμενους ΄θαλάμους΄.

Το 1926 - 1928 άρχισαν οι διαδικασίες για την ανέγερση κατοικιών από την Υπηρεσία Εποικισμού, κάποιες από τις οποίες σώζονται μέχρι και σήμερα στη Γέφυρα. Στις κατοικίες αυτές εγκαταστάθηκαν οι προσφυγικές οικογένειες από τη Τσατάλτζα και έτσι άρχισαν τη νέα τους ζωή.


3. Η Σωζούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας

 ΣωζούποληΗ Σωζόπολις ή Σωζούπολη της Αν. Ρωμυλίας είναι πόλη που βρίσκεται στα δυτικά παράλια του Εύξεινου Πόντου. Το αρχικό της όνομα ήταν Απολλωνία. Η Απολλωνία είχε ιδρυθεί κατά τα τέλη του 7ου π.χ. αιώνα από Έλληνες αποίκους από την Ιωνική πόλη Μίλητο της Μ. Ασίας. Το όνομα Σωζούπολις το παίρνει η πόλη κατά τους χριστιανικούς χρόνους, επειδή στο ασφαλές λιμάνι της διασώζονταν τα πλοία όταν έπιανε θαλασσοταραχή στο Εύξεινο Πόντο. Το 1370 καταλαμβάνεται και περιέρχεται στη Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Οι κάτοικοι της Σωζουπόλεως συμμετείχαν ενεργά στην Επανάσταση του 1821. Πολλοί από αυτούς ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Με το Συνέδριο του Βερολίνου το 1878 με το οποίο ιδρύεται η αυτόνομη περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας, η πόλη εντάσσεται μέσα στα όρια αυτής της περιοχής. Έξι χρόνια αργότερα  ανακηρύσσεται βίαια η προσάρτηση της στη Βουλγαρία. Το 1906 και αργότερα το 1925 πολλοί Έλληνες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να αναζητήσουν τη τύχη τους στην Ελλάδα.

Στη Σωζούπολη, πριν φύγουν οι πρόσφυγες κάτοικοί της, υπήρχαν 750 Ελληνικές οικογένειες. Πολλοί Έλληνες το γένος μετά την ανταλλαγή Ελλήνων και Βουλγάρων επέλεξαν να παραμείνουν στην πατρίδα τους όπου ζούν μέχρι και σήμερα. Οι Σωζοπολίτες με την επικράτηση του Χριστιανισμού, εκκλησιαστικώς ανήκαν στη Ιερά Μητρόπολη Ανδριανουπόλεως που υπαγόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Στη πόλη υπήρχαν οι εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου, της Παναγίας Επισκέψεως, του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και ο ναός του προστάτη της Σωζοπόλεως Αγίου Ζωσίμου. Υπήρχαν αξιόλογα πνευματικά ιδρύματα όπως ‘Αρρεναγωγείων’ το ‘Δωροθέειον Παρθεναγωγείον’ η ‘Πετρίνειος Βιβλιοθήκη’ και το πνευματικό σωματείο με όνομα "Γεωπονικόν Φιλανθρωπικόν Αδελφάτον Η Δήμητρα’’.sozopolis2

Οι κάτοικοι της Σωζούπολης ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα (ταβερνιάρηδες, τσαγκάρηδες, καφετζήδες κ.ά) κυρίως όμως ασχολούνταν με την αλιεία σκουμπριών και τσίρων και την αμπελουργία όπου και διακρίνονταν. Το εμπόριο του κρασιού γινόταν σε όλα τα περίχωρα. Οι αμπελουργοί γιόρταζαν την 1η Φεβρουαρίου τον Άγιο Τρύφωνα που ήταν προστάτης των αμπελιών. Επίσης ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία.

Οι περισσότεροι κάτοικοι της Σωζοπόλεως μεταναστεύουν στην Ελλάδα το 1925. Σύμφωνα με μαρτυρίες έφτασαν στη Θεσσαλονίκη και μετά την υποχρεωτική απολύμανση και την περιπλάνηση τους, 231 οικογένειες εγκαταστάθηκαν προσωρινά στη περιοχή Τοψίν (Kάτω Γέφυρα) στους λεγόμενους ‘θαλάμους’ και οριστικά πλέον στη κωμόπολη Γέφυρα σε μικρές κατοικίες τις οποίες είχε αναγείρει η Υπηρεσία Εποικισμού. Λίγο αργότερα (1937) κάποιες οικογένειες αναχωρούν από την Γέφυρα και εγκαθίστανται στο χωριό Νέα Σωζόπολη (Σερβικό) της Χαλκιδικής.

 

4. Το Τοψίν (Κάτω Γέφυρα)

Εκκλησία Αγίου Γεωργίου στην Κάτω Γέφυρα Η πρώτη μαρτυρία για τον οικισμό Τοψίν με 26 σπίτια χρονολογείται στα μέσα του 15ου αιώνα. Το όνομα Τοψίν είναι Tούρκικο και σημαίνει τόπος που έχει σχέση με πυροβόλο ή με κανόνι. Τον 17ο-18ο αιώνα ένα μέρος του οικισμού ήταν χωριό και το υπόλοιπο τσιφλίκι. Αναφέρονται 23 Χριστιανικές οικογένειες και 5 Μουσουλμανικές. Στην απογραφή του 1905 στο Τοψίν κατοικούσαν 178 Έλληνες και 64 Τουρκοαθίγγανοι. Στην είσοδο του οικισμού της Κάτω Γέφυρας υπήρχε ένα εντυπωσιακό ξύλινο χάνι (πανδοχείο) του 19ου αιώνα, που εξυπηρετούσε τις εμπορικές μετακινήσεις στην περιοχή.

Η πλειονότητα των κατοίκων της Κάτω Γέφυρας είναι γηγενείς Μακεδόνες. Στην Κάτω Γέφυρα βρίσκεται ο Ναός του Αγίου Γεωργίου, χτισμένος γύρω στο 1854. Είναι Τρίκλητη Βασιλική χωρίς τρούλο, χτισμένη από Φλωρινιώτες μαστόρους με ακανόνιστη πέτρα, με ξύλινο ζωγραφισμένο τέμπλο και ξύλινη οροφή. Το 1986 η τότε υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη ανακύρηξε το Ναό ιστορικό διατηρητέο μνημείο.